Αλτσχάιμερ: Το εμβόλιο κατά της γρίπης και της πνευμονίας μειώνει τον κίνδυνο

Οι εμβολιασμοί κατά της γρίπης και της πνευμονίας φαίνεται ότι μειώνουν τον κίνδυνο ανάπτυξης της νόσου Αλτσχάιμερ, σύμφωνα με στοιχεία μελετών που παρουσίασε η καθηγήτρια Νευρολογίας στο ΑΠΘ, Μάγδα Τσολάκη, στη διάρκεια συνέντευξης Τύπου με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Αλτσχάιμερ.

Στο πλαίσιο έρευνας που διεξήχθη στο University of Texas εξετάστηκαν τα αρχεία 9.000 ανθρώπων άνω των 60 ετών και βρέθηκε ότι όσοι έκαναν έστω και έναν εμβολιασμό της γρίπης είχαν 17% μικρότερο κίνδυνο να αναπτύξουν νόσο Αλτσχάιμερ κι εκείνοι που έκαναν δύο ή περισσότερες φορές εμβόλιο είχαν επιπλέον 13% (μικρότερο κίνδυνο).

Επίσης στο πλαίσιο έρευνας των Duke University και University of North Carolina εξετάστηκαν αρχεία περισσότερων από 5000 ανθρώπων, ηλικίας 65 ετών και άνω, και βρέθηκε ότι αυτοί που έκαναν εμβόλιο πνευμονίας πριν από την ηλικία των 75 ετών είχαν 25-30% μικρότερο κίνδυνο να αναπτύξουν Αλτσχάιμερ. «Ίσως αυτό το εμβόλιο να είναι μία μέθοδος προφύλαξης από τη νόσο Αλτσχάιμερ», ανέφερε η κ. Τσολάκη.

«Η πρόληψη της άνοιας αποτελεί το επίκεντρο της παγκόσμιας ερευνητικής δραστηριότητας αφενός με προσπάθειες να αλλάξουμε τον τρόπο της ζωής μας από την εφηβική και τη μέση ηλικία, όταν ακόμη η άνοια φαίνεται μία απομακρυσμένη απειλή και αφετέρου στις μεγάλες ηλικίες, όταν όλοι είμαστε υποψήφιοι», πρόσθεσε η κ. Τσολάκη.

Σημείωσε ακόμη ότι πρόσφατη μελέτη που ανέλυσε με νέες μεθόδους τεχνολογίας και στατιστικής 396 εργασίες που αφορούν την πρόληψη της άνοιας κατέληξε σε 10 βέβαιους παράγοντες κινδύνου, οι οποίοι είναι: η έλλειψη νοητικής δραστηριότητας, η υπερομοκυστιναιμία, ο αυξημένος δείκτης μάζας σώματος σε μεγάλες ηλικίες, η κατάθλιψη, το στρες, ο διαβήτης, η κρανιοεγκεφαλική κάκωση, η υπέρταση στη μέση ηλικία, η ορθοστατική υπόταση, και το χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης.

Η ίδια μελέτη έδειξε ότι πολύ πιθανοί παράγοντες κινδύνου είναι η παχυσαρκία στη μέση ηλικία, η απώλεια βάρους σε μεγάλη ηλικία, η έλλειψη σωματικής άσκησης, το κάπνισμα, η κακή ποιότητα ύπνου, η καρδιαγγειακή Νόσος, η ευθραυστότητα, η κολπική μαρμαρυγή και η έλλειψη βιταμίνης C. «Για τους περισσότερους από αυτούς τους παράγοντες είχαμε ενδείξεις και τα προηγούμενα χρόνια, αλλά οι μελέτες και ο τρόπος ανάλυσής τους δεν οδήγησε μέχρι τώρα σε κατευθυντήριες οδηγίες από υπεύθυνους οργανισμούς», πρόσθεσε η κ. Τσολάκη.

Υψηλότερο κίνδυνο για σοβαρή νόσο Covid-19 και αυξημένη θνητότητα παρουσιάζουν οι ασθενείς με νόσο Αλτσχάιμερ, σημείωσε η καθηγήτρια Νευρολογίας στο ΕΚΠΑ, Ελισσάβετ Καπάκη.

«Η νόσος Αλτσχάιμερ και άλλα ανοϊκά σύνδρομα είναι νοσήματα που σχετίζονται με την ηλικία και αν και αυτά καθ’ αυτά πιθανότατα δεν αυξάνουν τον κίνδυνο για προσβολή του αναπνευστικού συστήματος από τον SARS-CoV-2, εντούτοις, οι ασθενείς με άνοια σε οποιοδήποτε στάδιο αντιμετωπίζουν μεγαλύτερα προβλήματα σε σχέση με την πανδημία, αλλά και υψηλότερο κίνδυνο για σοβαρή νόσο Covid-19 και αυξημένη θνητότητα. Ένα άτομο που έχει προβλήματα μνήμης και άνοια δυσκολεύεται με τις οδηγίες και την τήρηση των κανόνων σχετικά με τον κορονοϊό. Οι σχετιζόμενες με την άνοια διαταραχές συμπεριφοράς και τα συνοδά προβλήματα υγείας, που συχνά συνυπάρχουν, επιτείνονται», υπογράμμισε η κ. Καπάκη.

Παράλληλα ανέφερε ότι μελέτες δείχνουν πως οι άνθρωποι με άνοια έχουν υψηλό κίνδυνο για σοβαρή Covid-19, η οποία πολλές φορές εκδηλώνεται άτυπα και αργεί να γίνει αντιληπτή. «Ο υψηλότερος κίνδυνος δεν προέρχεται απλώς μόνο από τις συνέπειες της άνοιας, από την προχωρημένη ηλικία ή από την πιθανότερη έκθεση στον κορονοϊό μέσα στους οίκους ευγηρίας. Μπορεί να οφείλεται επίσης και σε υποκείμενη γενετική αιτία, που εξηγεί τόσο τον κίνδυνο για άνοια όσο και για σοβαρή Covid-19», πρόσθεσε.

Σύμφωνα με στοιχεία που βασίζονται σε μια ενεργό πληθυσμιακή μελέτη, την οποία παρουσίασε ο καθηγητής Νευρολογίας Νικόλαος Σκαρμέας, εκτιμάται ότι στην Ελλάδα πάσχουν από άνοια 159.053 άτομα ≥ 65 ετών (56.830 άνδρες, 102.223 γυναίκες). Η συχνότητα της άνοιας ανέρχεται σε 1,47% στο γενικό πληθυσμό (1,07% στους άνδρες, 1,85% στις γυναίκες) και 7,55% στα άτομα ≥ 65 ετών (6,09% στους άνδρες, 8,71% στις γυναίκες). Επίσης εκτιμάται ότι από Ήπια Νοητική Διαταραχή πάσχουν στην Ελλάδα 277.202 άτομα ≥ 65 ετών (131.204 άνδρες, 145.997 γυναίκες). Η συχνότητα της Ήπιας Νοητικής Διαταραχής ανέρχεται σε 2,56% στο γενικό πληθυσμό (2,47% στους άνδρες, 2,65% στις γυναίκες) και 13,15% στα άτομα ≥ 65 ετών (14,06% στους άνδρες, 12,43% στις γυναίκες).

Αναφερόμενος στα νεότερα δεδομένα στη θεραπεία της νόσου Αλτσχάιμερ, ο καθηγητής Νευρολογίας- Νευροψυχολογίας στο ΕΚΠΑ Γεώργιος Παρασκευάς σημείωσε ότι τα τελευταία 25 χρόνια, ακρογωνιαίο λίθο της θεραπευτικής στρατηγικής αποτελούν οι αναστολείς των χολινεστερασών και η μεμαντίνη που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση των νοητικών συμπτωμάτων της νόσου Αλτσχάιμερ.

Σε ό,τι αφορά τις τις αναμενόμενες θεραπείες είπε ότι έχουν εμφανιστεί πλέον κείμενα ομοφωνίας ειδικών, τοπικές οδηγίες ή/και εγκρίσεις στην κατηγορία των φαρμακευτικών τροφίμων για το gingko biloba, το Fortasyn Connect και την τραμιπροσάτη (ομοταυρίνη) με τα δύο τελευταία να προορίζονται κυρίως για τις πρωιμότερες μορφές της νόσου Αλτσχάιμερ (ήπια νοητική διαταραχή ή ήπια άνοια).

«Τα μονοκλωνικά αντισώματα δεν έχουν δείξει μέχρι σήμερα σαφή αποτελεσματικότητα, πλην ίσως τριών. Απ’ αυτά, η αντουκανουμάμπη βρίσκεται σε στάδιο μελέτης των δεδομένων από τον FDA και η απόφαση αναμένεται με ενδιαφέρον, δεδομένου ότι θα μπορούσε δυνητικά να αποτελεί μια θεραπεία, όχι συμπτωματική, αλλά τροποποιητική βασικών παθοβιοχημικών μηχανισμών της νόσου», σημείωσε ο κ. Παρασκευάς.

Πηγή: healthyliving.gr


Διαβάστε επίσης!

loading...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.