Γιατροί ΜΕΘ "Γ. Παπανικολάου": Έτσι δίνουμε τη μάχη με την πανδημία

Του ανταποκριτή μας, Βασίλη Ιγνατιάδη

Το 62% των συνολικά 195 ασθενών COVID-19 που νοσηλεύτηκαν στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας του νοσοκομείου Παπανικολάου της Θεσσαλονίκης έχουν εξέλθει από αυτές και το 37,9% κατέληξαν, ενώ 34 ασθενείς βρίσκονται σήμερα διασωληνωμένοι.

Σύμφωνα με στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα το νοσηλευτικό ίδρυμα, που από το Μάρτιο του 2020 συμμετέχει στη νοσηλεία ασθενών με COVID-19 ως νοσοκομείο αναφοράς, συνολικά κατά τη διάρκεια του 2020 νοσηλεύτηκαν και υποστηρίχθηκαν με επεμβατικό μηχανικό αερισμό 229 ασθενείς (ΑΜΕΘ: 129,  ΒΜΕΘ: 49,  ΚΑΑ: 36,  ΜΕΘ εγκαυμάτων: 15 ), εκ των οποίων  οι 12 κατά τη διάρκεια του 1ου κύματος  και οι 217 κατά τη διάρκεια του  2ου. 

Η έκβαση των ασθενών  αυτών έχει ως εξής:

Επί των 195 ασθενών που διακινήθηκαν:

Εξήλθαν από τη ΜΕΘ: 121 (62% ). Εξ αυτών:

  • 81 ( 71%) Διακομίσθηκαν αποσωληνωμένοι.
  • 40 (29%) οδηγήθηκαν για περαιτέρω νοσηλεία/αποκατάσταση σε  non COVID ΜΕΘ ή Μονάδες Αυξημένης Φροντίδας (ΜΑΦ).
  • Κατέληξαν: 74 (37.9%).

Παραμένουν για νοσηλεία: 34 ασθενείς.

Η διαμόρφωση των 4 ΜΕΘ και οι προκλήσεις

Όπως αναφέρεται στην ανακοίνωση του “Γ. Παπανικολάου”, κατά τη διάρκεια του 1ου κύματος το νοσοκομείο διέθεσε αρχικά  (16/3 – 3/4/20) την Β ΜΕΘ , δυναμικότητας 12 κλινών και στη συνέχεια (4/4/2020 έως σήμερα) την Α ΜΕΘ, δυναμικότητας 18 κλινών. 

Κατά τη διάρκεια του 2ου κύματος, κατά το οποίο οι ανάγκες ήταν εξαιρετικά αυξημένες, διέθεσε συνολικά  43 κλίνες:  Εκτός από την Α ΜΕΘ  διατέθηκαν σταδιακά  η Κλινική Αναπνευστικής Ανεπάρκειας (7κλίνες) στις 30/10/20, η ΒΜΕΘ (12 κλίνες) στις 9/11/20 και  η ΜΕΘ εγκαυμάτων (6 κλίνες) στις 17/11/20.

Οι γιατροί ΜΕΘ του νοσηλευτικού ιδρύματος αναφέρονται στις προκλήσεις που κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν οι ίδιοι και το σύνολο του υγειονομικού προσωπικού κατά τη διάρκεια της πανδημίας, η οποία έφερε την ιατρική κοινότητα αντιμέτωπη με πρωτόγνωρες καταστάσεις, ενώ περιγράφουν τον τρόπο με τον οποίο ανταποκρίθηκαν σε αυτές.

“Η πίεση που ασκήθηκε στα εθνικά συστήματα Υγείας ήταν πρωτοφανής με την έμφαση να δίνεται στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας, καθώς ο αριθμός των ασθενών που χρειάστηκε να νοσηλεύσουν ήταν πολλαπλάσιος αυτού για τον οποίο ήταν σχεδιασμένες. Αυτό σήμαινε ότι διεθνώς οι ΜΕΘ τόσο σε εθνικό, όσο και σε τοπικό επίπεδο έπρεπε αφενός μεν, να προσαρμόσουν ταχύτατα τον τρόπο λειτουργίας τους στις νέες συνθήκες που διαμορφώθηκαν, αφετέρου δε, το προσωπικό τους– εντατικολόγοι,  νοσηλευτές ΜΕΘ, φυσικοθεραπευτές και άλλοι επαγγελματίες υγείας- να καταβάλουν υπεράνθρωπες προσπάθειες για να ανταπεξέλθουν στις αυξημένες ανάγκες”, επισημαίνουν και προσθέτουν:

“Οι ΜΕΘ αποτελούν σημαντικά/νευραλγικά τμήματα των σύγχρονων νοσοκομείων. Είναι ανεξάρτητοι χώροι στελεχωμένοι με εξειδικευμένο προσωπικό- ιατρικό και νοσηλευτικό- και εξοπλισμένοι με μηχανήματα τελευταίας τεχνολογίας, ικανά να στηρίξουν όργανα και συστήματα βαριά πασχόντων ασθενών. Η πανδημία ανέδειξε ότι κανένας σχεδιασμός, σε καμία χώρα δεν ήταν επαρκής. Νέα τμήματα ΜΕΘ ή επεκτάσεις υπαρχόντων χρειάσθηκε να αναπτυχθούν, να εξοπλιστούν και να στελεχωθούν στον ελάχιστο δυνατό χρόνο. Ταυτόχρονα, αναδείχθηκε διεθνώς η έλλειψη εξειδικευμένου ιατρικού προσωπικού”.

Οι ασθενείς με  νόσo  COVID-19 παρουσίαζαν μια ευρεία γκάμα περίπλοκων προβλημάτων τα οποία περιλάμβαναν όχι μόνο την αναπνευστική ανεπάρκξεια, που ήταν και το κυρίαρχο οξύ νόσημα, αλλά και προβλήματα πήξης, νεφρική ανεπάρκεια, προβλήματα του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος, νοσοκομειακές λοιμώξεις, αιμοδυναμικές διαταραχές. Η αναγνώριση, η κατανόηση  και η καλύτερη αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών έγινε σταδιακά, σε συνάρτηση με το evidence based medicine, σημειώνεται. 

Ξεπερνώντας τα όρια

“Ποτέ άλλοτε η επιστημονική γνώση δεν διαχεόταν με τέτοια ταχύτητα. Οι επιστημονικές εταιρίες εντατικής θεραπείας  σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο συνέβαλαν τα μέγιστα  διευκολύνοντας την πρόσβαση στην πληροφόρηση, καταρτίζοντας οδηγίες ή  οργανώνοντας στοχευμένα εκπαιδευτικά διαδικτυακά σεμινάρια”, υπογραμμίζουν οι επιστήμονες και προσθέτουν:

“Οι εντατικολόγοι ανταποκρίθηκαν άμεσα στις προκλήσεις. Εκπαιδεύτηκαν ταχύτατα  στη χρήση του προσωπικού προστατευτικού εξοπλισμού και προσάρμοσαν τον τρόπο εργασίας τους στις νέες συνθήκες. Παρακολούθησαν στενά όλες τις εξελίξεις σχετικά με την κατανόηση της νόσου, καθώς και τα διαγνωστικά και θεραπευτικά πρωτόκολλα που αναπτύχθηκαν στο χρόνο και τα εφάρμοσαν στους ασθενείς τους. Ο προστατευτικός  μηχανικός αερισμός, η πρηνής θέση και η παρακολούθηση των παραμέτρων της μηχανικής του πνεύμονα ήταν τα κύρια όπλα για την αποτελεσματική υποστήριξη του αναπνευστικού συστήματος.

Η χρήση των υπερήχων υποκατέστησε την αδυναμία της ακρόασης. Η χορήγηση αντιπηκτικής αγωγής μείωσε τον κίνδυνο θρομβοεμβολικών επεισοδίων, η τεχνητή διατροφή εξασφάλισε την καλή θρέψη των ασθενών και η χορήγηση κατάλληλων κατασταλτικών φαρμάκων βελτίωσε τη συνεργασία του ασθενούς με τον αναπνευστήρα. Κυρίως όμως, οι εντατικολόγοι εργάστηκαν σκληρά, ξεπερνώντας πολλές φορές τα όρια της σωματικής και ψυχικής κόπωσης. Αν και με δέος στην αρχή, δούλεψαν και δουλεύουν με ενθουσιασμό αντιλαμβανόμενοι ότι αποτελούν μέρος της λύσης ενός σύνθετου προβλήματος της ανθρωπότητας. Κύρια ανταμοιβή τους είναι η καλή έκβαση των αρρώστων και πρωταρχικός στόχος τους είναι να σωθούν όσο το δυνατόν περισσότεροι”.

Οι γιατροί σημειώνουν πως η έλευση του εμβολίου προσφέρει ελπίδα στην ανθρωπότητα ότι τελικά η μάχη της με τον κορονοϊό θα είναι  νικηφόρα. Μέχρις ότου όμως εμβολιασθεί ο αριθμός εκείνος των ανθρώπων, ο απαραίτητος για την εξασφάλιση ανοσίας, οι ΜΕΘ θα εξακολουθούν να έχουν καθοριστικό ρόλο στην επιβίωση των ασθενών  με COVID -19. 

Δεξαμενή εξειδικευμένων στελεχών ΜΕΘ

Τον Δεκέμβριο πραγματοποιήθηκε στο νοσοκομείο το πρόγραμμα εκπαίδευσης C19-SPACE,  το οποίο διοργανώθηκε από την ESICM (European Society of Intensive Care Medicine) σε συνεργασία με την Α ΜΕΘ και με χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το πρόγραμμα περιελάμβανε εκπαίδευση σε βασικά αντικείμενα και δεξιότητες της Εντατικής Ιατρικής με τη χρήση εικονικής πραγματικότητας και απευθυνόταν σε ιατρονοσηλευτικό προσωπικό που  εργάζεται εκτός ΜΕΘ.

Σκοπός του προγράμματος είναι η δημιουργία δεξαμενής επαγγελματιών υγείας ικανών να υποστηρίξουν τις ΜΕΘ σε περιπτώσεις ύψιστης ανάγκης. Κατά τον 1ο κύκλο εκπαιδεύτηκαν 12 επαγγελματίες υγείας, ενώ για τον 2ο κύκλο που θα πραγματοποιηθεί τον Ιανουάριο δήλωσαν συμμετοχή 25.

“Η Μονάδα Εντατικής Θεραπείας εξ ορισμού είναι ένα νοσοκομείο μέσα στο Νοσοκομείο. Είναι ειδικότητα πρώτης γραμμής και η καθοριστική της σημασία έγινε περισσότερο και από εμφανής  κατά τη διάρκεια της πανδημίας αναδεικνύοντας την ανάγκη της συνεχούς ενίσχυσης της με εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό και προηγμένο τεχνολογικό εξοπλισμό”, καταλήγει η ανακοίνωση.

Πηγή: iatronet.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.