Καρκίνος του πνεύμονα: Τι μπορεί να μην ξέρετε για την ανοσοθεραπεία

Η «αφύπνιση» του ανοσοποιητικού συστήματος για να αναγνωρίζει τον καρκίνο του πνεύμονα, αλλάζει την πρόγνωση για πολλούς ασθενείς με προχωρημένη νόσο.

Ο καρκίνος του πνεύμονα είναι αντικειμενικά μία δύσκολη νόσος, διότι συχνά γίνεται αντιληπτός σε προχωρημένο ή μεταστατικό στάδιο. Ωστόσο η ανοσοθεραπεία έχει αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται σε σημαντικό αριθμό ασθενών. Και αυτό διότι βελτιώνει σημαντικά την πορεία της νόσου.

Ο παθολόγος-ογκολόγος Νικόλαος Κεντεποζίδης, διευθυντής της Ογκολογικής Κλινικής του 251 Γενικού Νοσοκομείου Αεροπορίας και της Δ’ Ογκολογικής Κλινικής του Νοσοκομείου Metropolitan General, εξηγεί οκτώ σημαντικά δεδομένα τα οποία όλοι οι ασθενείς πρέπει να γνωρίζουν γι’ αυτήν.

Μπορεί να χορηγηθεί μόνη της ή σε συνδυασμό με άλλες θεραπείες

Η ανοσοθεραπεία μπορεί να χορηγηθεί με μονοθεραπεία ή ως συνδυασμένη θεραπεία. Η μονοθεραπεία συνίσταται στη χορήγηση ενός μεμονωμένου ανοσοθεραπευτικού φαρμάκου. Η συνδυασμένη θεραπεία μπορεί να συμπεριλαμβάνει δύο ανοσοθεραπευτικά φάρμακα, τα οποία έχουν διαφορετικό τρόπο δράσης, με ή χωρίς άλλη θεραπεία (π.χ. χημειοθεραπεία).

Προσφάτως, λ.χ., εγκρίθηκε ο συνδυασμός των ανοσοθεραπειών nivolumab και ipilimumab, σε συνδυασμό με δύο κύκλους χημειοθεραπείας, για τον μεταστατικό μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα. Η χημειοθεραπεία ξαναμπαίνει ως «βοηθός» στην ανοσοθεραπεία, διότι ο συνδυασμός των δύο δείχνει να έχει καλύτερα αποτελέσματα σε πολλές περιπτώσεις.

Δεν ανταποκρίνονται όλοι οι ασθενείς σε αυτήν

Η ανταπόκριση στην ανοσοθεραπεία μπορεί να φθάσει στο 35%. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο ασθενής χάνει τις ελπίδες του εναντίον του καρκίνου του πνεύμονα. Θα πρέπει να υποβληθεί σε κάποιο άλλο είδος θεραπείας, κατάλληλο για τον δικό του καρκίνο.

Αν ένα ανοσοθεραπευτικό φάρμακο δεν αποδώσει σε έναν ασθενή, δεν μπορεί να του χορηγηθεί κάποιο άλλο

Δεν υπάρχουν μελέτες ότι αν δεν αποδώσει ένα ανοσοθεραπευτικό φάρμακο, μπορεί να δοκιμαστεί με επιτυχία ένα άλλο, με διαφορετικό τρόπο δράσης.

Η ανοσοθεραπεία δεν είναι κατάλληλη για όλους τους ασθενείς με καρκίνο του πνεύμονα

Υπολογίζεται ότι ενδείκνυται για περισσότερο από το 80% των ασθενών. Αποτελεί πλέον κύρια θεραπεία για τους ασθενείς με τον λεγόμενο μη-μικροκυτταρικό καρκίνο πνεύμονα (ΜΜΚΠ). Αυτός ο τύπος συμπεριλαμβάνει το πλακώδες καρκίνωμα και το αδενοκαρκίνωμα πνεύμονα, που είναι οι συχνότερες μορφές της νόσου.

Η θεραπεία έχει επίσης ενταχθεί και στον δεύτερο κύριο τύπο καρκίνου του πνεύμονα, τον μικροκυτταρικό. Και σε αυτόν έχει σημαντικά ποσοστά επιτυχίας.

Ωστόσο, για να μπορέσουν να υποβληθούν σε ανοσοθεραπεία οι ασθενείς πρέπει:

  • Να έχουν σχετικά καλή γενική βιολογική κατάσταση
  • Να μην έχουν ανοσολογικά προβλήματα. Δεν πρέπει λ.χ. να πάσχουν από αυτοάνοσα νοσήματα, όπως ρευματοειδή αρθρίτιδα, συστηματικό λύκο, νόσο Crohn, ελκώδη κολίτιδα
  • Να έχουν θετικά αποτελέσματα σε ειδικές μοριακές εξετάσεις (για τον βιοδείκτη PDL-1)

Έχει παρενέργειες, αλλά μπορούν να μετριαστούν

Το προφίλ ασφαλείας της ανοσοθεραπείας είναι καλύτερο απ’ ό,τι των άλλων θεραπειών. Ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι είναι άμοιρη παρενεργειών. Αντιθέτως, σε σχεδόν δύο στους δέκα ασθενείς παρατηρούνται έντονες παρενέργειες, όπως πνευμονίτιδα, δερματικά εξανθήματα, διάρροιες, κολίτιδα. Σε σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να υπάρξει διάτρηση εντέρου, επηρεασμός της ηπατικής και νεφρικής λειτουργίας, θρομβοπενία, αναιμία κ.λπ.

Τα καλά νέα είναι ότι με την στενή παρακολούθηση του ασθενούς, τα προβλήματα αυτά μπορούν να γίνουν αμέσως αντιληπτά και να αντιμετωπιστούν κατάλληλα. Έτσι μπορούν να μετριαστούν, αν όχι να εκμηδενιστούν, και να αποφευχθούν τα χειρότερα.

Η ανοσοθεραπεία δεν επιδρά αμέσως

Χρειάζονται 8 έως 12 εβδομάδες αγωγής, για να εξακριβωθεί αν επιδρά ή όχι. Αν επιδρά, η πρώτη ένδειξη θα είναι ύφεση των συμπτωμάτων του ασθενούς. Αν, λ.χ., είχε πόνο ή δύσπνοια, θα βελτιωθεί κλινικά. Την ανταπόκριση θα τεκμηριώσουν στη συνέχεια οι απεικονιστικές εξετάσεις που διενεργούνται σε τακτά χρονικά διαστήματα.

Η θεραπεία μπορεί να διαρκέσει πολύ καιρό

Από λίγους μήνες έως και χρόνια, δεδομένου ότι η ανοσοθεραπεία δεν έχει συγκεκριμένη χρονική διάρκεια. Η διάρκεια της εφαρμογής της εξαρτάται από την ανταπόκριση του ασθενούς. Όσο ανταποκρίνεται, τόσο θα συνεχίσει να υποβάλλεται σε αυτήν.

Αν ο οργανισμός του ασθενούς πάψει να ανταποκρίνεται στην ανοσοθεραπεία, θα λάβει άλλη θεραπεία, με διαφορετικές κατηγορίες φαρμάκων (π.χ. χημειοθεραπεία ή στοχευμένες θεραπείες). Υπάρχει βέβαια περίπτωση, μετά από αρκετό καιρό, να επαναληφθεί η ανοσοθεραπεία. Για να συμβεί αυτό, πρέπει στο μεσοδιάστημα να έχει υπάρξει μόχλευση του ανοσοποιητικού, ώστε να χρειάζεται εκ νέου «ρύθμιση». Η διαδικασία αυτή λέγεται rechallenge.

Τα αντιβιοτικά μπορεί να επηρεάσουν το αποτέλεσμα της ανοσοθεραπείας

Τα αντιβιοτικά μπορεί να επηρεάσουν το μικροβίωμα του εντέρου, δηλαδή τις αποικίες των μικροβίων που εκ φύσεως βρίσκονται σε αυτό. Σε τέτοια περίπτωση μπορεί να διαφοροποιηθεί η κατάσταση του ανοσοποιητικού, με αποτέλεσμα να γίνει περισσότερο ή λιγότερο δεκτικό στην επίδραση της ανοσοθεραπείας.

Αυτός είναι ένας ακόμα λόγος για να αποφεύγεται η άσκοπη λήψη αντιβιοτικών. Ο γενικός κανόνας είναι πως κάθε ασθενής που κάνει ανοσοθεραπεία, πρέπει να συμβουλεύεται τον ογκολόγο-παθολόγο του πριν λάβει αντιβιοτικά ή οποιοδήποτε άλλο φάρμακο.

Πηγή: iatropedia.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.